Ελληνική Εναλλακτική Βικιπαίδεια-
Θέματα ελληνικού δρασιμισμού (ακτιβισμού) Το πολιτικό Υποκείμενο και ο ψυχισμός των Ελλήνων
Γράφει ο Ηλίας Φιλιππίδης
1. Ελληνικός ψυχισμός.
ΑΓενικώς γίνεται αποδεκτό, ότι ο Ελληνικός λαός, κυρίως στην νεότερη εποχή του, αντιμετωπίζει τα συλλογικά του προβλήματα με κίνητρο ακυρίως το συναίσθημα. Από ψυχολογικής απόψεως συναίσθημα δεν είναι μόνο ό,τι αποτελεί ενσυναίσθηση, αλλά όλο το φάσμα των ψυχικών αντιδράσεων σε ένα ερέθισμα, από την αγάπη και την συμπάθεια μέχρι την αποστροφή, το μίσος και την σύγκρουση.
Στην αρχαία Ελλάδα ο ψυχισμός των Ελλήνων εκφραζόταν έντονα και σφαιρικά με βασικό μέσο την περιέργεια (Θεωρία) πολύ πέρα από την ανάγκη της χρήσεως και με κίνητρο την εξάντληση της προσληπτικής ικανότητας του ανθρώπου, με έναν τρόπο που θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως ακόρεστη πνευματική αδηφαγία. Χωρίς υπερβολή μπορούμε να πούμε, ότι, εάν ο άνθρωπος μέσα στην κοινωνία είναι ένα «ζώον πολιτικόν», ο Έλλην άνθρωπος, ως φορέας πνεύματος, προβάλλει ως ένα ζώον παμφάγον.
Επισκοπώντας την πρώτη περίοδο διαμορφώσεως του ανθρώπινου πολιτισμού, δυνάμεθα να καταλήξουμε στο ανθρωπολογικό συμπέρασμα, ότι το ανθρώπινο όν λειτούργησε με τρία κίνητρα: την ανάγκη, την περιέργεια, την δημιουργικότα και την έκφραση. Στην πραγματικότητα η ανάγκη δεν είναι κίνητρο, αλλά πίεση, εκβιασμός, επιβολή υπάρξεως. Λειτουργεί στον άνθρωπο απέξω προς στα μέσα. Αντιθέτως τα κίνητρα λειτουργούν από μέσα προς τα έξω, είναι τάσεις που ανήκουν στην ιδιαίτερη δομή της φύσεως του ανθρώπου και όχι στην γενική δομή της φύσεως. Η περιέργεια, η δημιουργικότητα και η έκφραση είναι αμιγή κίνητρα, διότι δύνανται να εκδηλώνονται και αυτόνομα, χωρίς να υπηρετούν τον σκοπό της αντιδράσεως στην πίεση της ανάγκης. Ειδικά το κίνητρο της εκφράσεως αποτελεί την πλέον αυτοδύναμη μορφή εξωτερικεύσεως της εσωτερικής δυνάμεως του ανθρώπου, διανοητικής,συναισθηματικής και πνευματικής. Με αυτή την έννοια επιτρέπεται να προσθέσουμε και μία διαφορετική διάκριση των έλλογων δυνατοτήτων του ανθρώπου: ανάμεσα στην εξωτερική ανάγκη της επιβιώσεως και των υπερβιοτικών (νεολογισμός, πως λέμε υπερβατικών)δυνατοτήτων, δηλ. την εσωτερική ανάγκη εξωτερικεύσεως των πνευματικών δυνατοτήτων του, που είναι η περιέργεια, η δημιουργικότητα και η έκφραση.
Ο Μαρξ έκανε το λάθος να διαγράψει τις εσωτερικές ανάγκες του ανθρώπου και να ερμηνεύσει τις μορφές εξωτερικεύσεώς τους ως αποτέλεσμα της εξωτερικής πιέσεως της ανάγκης. Έτσι μετέτρεψε τον άνθρωπο από υποκείμενο σε αντικείμενο. Το έργο του Μαρξ χωρίζεται ούτως ή άλλως μεθοδολογικά σε τρία μέρη: το οικονομικό, το φιλοσοφικό και το πολιτικό. Το πολιτικό έχει εν πολλοίς ξεπερασθεί από τις εξελίξεις, κυρίως τις γεωπολιτικές και της τεχνολογίας. Χρειάζεται πλήρης αναθεώρηση ή μάλλον μία νέα θεωρία πολιτικής ιδεολογίας στην θέση της. Από το φιλοσοφικό του έργο πρέπει να αφαιρεθεί, ως ξεπερασμένο ή ως αντιεπιστημονικό, ότι αφορά τον υλισμό και την υλιστική ανθρωπολογία. Το συμπέρασμα είναι, ότι σήμερα θα πρέπει να αξιολογούμε το έργο του Μαρξ όχι κατά τρόπο ενιαίο, αλλά επιλεκτικά.
Ο Έλληνας επιδόθηκε στην κατάκτηση της πραγματικότητα της φύσεως και της ζωής. Θέλησε να την αναλύσει, μέχρι του σημείου που δεν θα μπορούσε να αποσυναρμολογηθεί πλέον σε μικρότερα στοιχεία, η φύση ως άτομον, ο άνθρωπος ως πρόσωπον, δηλ. ως φορέας σκέψεως και βουλήσεως και η πόλις ως πολίτης. Δεν σταμάτησε εκεί, μετά άρχισε η πορεία της συνθέσεως, έτσι γεννήθηκαν η δημοκρατία, η φιλοσοφία, η φιλοκαλία, η επιστήμη, η αρετή και η δικαιοσύνη, ως έννοια λογικής, συμπαντικής και ηθικής τάξεως. Όλα μαζί, με μία λέξη: η αρμονία.
Με αυτόν τον τρόπο οι Έλληνες δημιούργησαν ένα νέο σύμπαν, παράλληλα με το υπαρκτό, ακόμη και ανώτερο από το υπαρκτό, αφού το περιέκλειε. Έτσι ο Έλληνας αναδείχθηκε σε Δημιουργό ενός καινοφανούς σύμπαντος, του κόσμου του Πνεύματος. Αυτή η πλαστουργική σχέση με την πραγματικότητα ανατροφοδοτούσε τις δημιουργικές ιδιότητές του, που ήταν το απόλυτο βίωμα της ελευθερίας, η λογική, η φαντασία και η υπερβατικότητα. Μέσα σε αυτό το ελληνικό σύμπαν, το συναίσθημα είχε χάσει την αυτονομία του, λειτουργούσε ως παραγωγική δύναμη προς πάσαν δημιουργικήν κατεύθυνσιν.
Η θέση μας είναι, ότι αν για το φυσικό σύμπαν η δημιουργική δύναμη ήταν το κινούν ακίνητον (Αριστοτέλης), στο ελληνικό σύμπαν του πνεύματος το συναίσθημα λειτουργούσε ως μία άγνωστη βλαστουργική δύναμη, η οποία ωθούσε και δομούσε τα στοιχεία της παρατηρήσεως και της φαντασίας. Το συναίσθημα συνδέει την λογική με την φαντασία και την υπερβατικότητα. Ολόκληρη η φιλοσοφία αλλά και η ποίηση αποτελούν δημιουργήματα της φαντασίας και της υπερβατικότητας. Αυτές οι δύο αιθέριες αδελφές αξιοποιούν την λογική ως το άρμα που τις μεταφέρει, καθώς αυτές ίπτανται πάνω από την φυσική πραγματικότητα. Όμως αυτός ο πνευματικός ήλιος της ανθρωπότητας είχε και τις κηλίδες του και πολύ έντονες μάλιστα. Όταν μία δύναμη, ειδικά μέσα στην υπόσταση του ανθρώπου, αναβαθμίζεται από άγνωστη σε αδέσποτη, καθίσταται επικίνδυνη και όσο πιο δυνατή είναι, τόσο πιο επικίνδυνη. Ο Πελοποννησιακός πόλεμος είναι η πλέον μελανή σελίδα στην ιστορία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Από τότε αρχίζει η παρακμή του και μάλιστα αμέσως μετά το απόγειό του. Με την υποταγή ολόκληρου του τεράστιου ελληνικού κόσμου σε έναν κατώτερο λαό, τους Ρωμαίους, ο Ελληνισμός άρχισε να συνειδητοποιεί, ότι είχε αποτύχει πολιτικά, προτού έλθει σε επαφή με τον χριστιανισμό. Τότε ήταν που συνειδητοποίησε επιπλέον, ότι ο μεγαλύτερος εχθρός του ήταν η άγνοιά του για τον παράγοντα του συναισθήματος στην ανθρώπινη ζωή.
Ο χριστιανισμός ήλθε να οικοδομήσει ένα τρίτο σύμπαν δίπλα στο φυσικό και το ελληνικό. Βέβαια δεν προέκυψε μία οριζόντια παραπληρωματική τριάδα. Επικράτησε ένας σκληρός ανταγωνισμός. Η έννοια της επιστήμης αυτονομήθηκε από το ελληνικό σύμπαν και ανέλαβε την υπεράσπιση της φύσεως. Τελικά διαμορφώθηκε μία τριαδική αντίληψη της πραγματικότητας: φύση – επιστήμη – υλικός πολιτισμός ως προέκταση της φύσεως και ο υλισμός ως κυρίαρχη ιδεολογία και τρόπος ζωής. Ο ελληνικός ανθρωποκεντρισμός βρέθηκε στις Συμπληγάδες πέτρες.
Ο χριστιανισμός πέρασε από τρία στάδια: διδασκαλία, θρησκεία, εκκλησία. Η επιτυχία του χριστιανισμού έγκειται στο ότι αποκάλυψε την δύναμη του συναισθήματος και την εδάμασε. Δημιούργησε μία νέα βιωματική τριάδα: Θεός, αλήθεια, αγάπη και με αυτή την τρίαινα προσπάθησε να δαμάσει μαζικά και την πραγματικότητα της ανθρώπινης ζωής, που ήταν μία πραγματικότητα υποδουλώσεως του ανθρώπου. Η νέα πνευματικότητα υποσχόταν την απελευθέρωση του ανθρώπου. Ο χριστιανισμός ως διδασκαλία είχε έναν έντονο ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα με κέντρο τον θεανθρωπισμό: ενσάρκωση του Θεού, θέωση του ανθρώπου. Όμως περνώντας στα επόμενα ιστορικά του στάδια απέβαλε τον ανθρωποκεντρισμό και τον ριζοσπαστισμό του. Το Βυζάντιο είχε διατηρήσει την παράδοση του ανθρωποκεντρισμού σε κάποιο βαθμό, πάντως πολύ περισσότερο από την εποχή του, διότι στηριζόταν σε δύο ανθρωπολογικά πρότυπα: το θεοκρατικό και την ελληνική οικουμένη.
Στον 20στό αιώνα η ψυχισμός των Ελλήνων είχε διατηρήσει τρία χαρακτηριστικά: τον συναισθηματισμό, την ποιητικότητα και το κοινοτικό πνεύμα, παρά τις συγκρουσιακές εκρήξεις. Το πολιτικό σύστημα ενός κράτους προτεκτοράτου δεν επένδυσε καθόλου στην κριτική και στρατηγική σκέψη, στον στοχασμό, την φιλοσοφία και την επιστήμη. Επικρατούσε η ρητορική κενότητα στον δημόσιο λόγο και η παπαγαλία στα σχολεία. Έτσι μπήκαμε πνευματικά και αξιακά αθωράκιστοι στην υλιστικό και κυνικό 21ο αιώνα.
2. Για μία στρατηγική του ελληνικού μέλλοντος
Η σύνδεση ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον γίνεται κατά δύο τρόπους: της εξωτερικής συνέχειας που είναι τα εξωτερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της πολιτισμικής και ιστορικής εξελίξεως του κάθε πολιτισμού και της εσωτερικής συνέχειας που είναι ο διαστρωματικός χαρακτήρας διαμορφώσεως της προσωπικότητας του κάθε ανθρώπου. Το βαθύτερο στρώμα της προσωπικότητας του ανθρώπου είναι το συλλογικό ασυνείδητο, δηλαδή ο ψυχισμός των ανθρώπων που κληρονομούν τα εξελικτικά στάδια της διαχρονικότητας του πολιτισμού μέσα στον οποίο ζουν. Αυτά τα στοιχεία ανεβαίνουν στην επιφάνεια και προβάλλουν μέσα από την πολιτισμική και πολιτική λειτουργία του κάθε πολιτισμού και την συνολική ιστορική του εξελιξη.
Ο ιστορικός βίος των Ελλήνων παρουσιάζει ορισμένες έντονες ρηγματώσεις που είναι:
α. η έντονη διαφορά ανάμεσα στον τρόπο σκέψεως και στα πρότυπα ζωής μεταξύ του αρχαίου ελληνικού και του χριστιανικού τρόπου ζωής.
β. η διάσταση ανάμεσα στην Ανατολή και την Δύση. Δηλ. ανάμεσα στον τρόπο που αναπτύχθηκε η Δυτική Ευρώπη και την ιστορική εξέλιξη του Νεότερου Ελληνισμού από το Βυζάντιο στην Τουρκοκρατία και το Ελλαδικό κράτος. Αυτή η διάσταση επηρεάζει τον γεωπολιτικό προσανατολισμό μας και έπαιξε έναν καταστροφικό ρόλο ως μία βασική αιτία του Εμφυλίου πολέμου.
Στην διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου και αμέσως μετά χάθηκε μία μοναδική ευκαιρία για την θεμελίωση μίας διαχρονικής ελληνικής ουδετερότητας και
γ. το ρήγμα που διαπερνά το Ελλαδικό κράτος και διαχωρίζει την εξουσία από τον λαό. Ο λαός δεν θεωρεί αυτό το κράτος ως δικό του και το πολιτικό σύστημα διαχειρίζεται αυτό το κράτος για λογαριασμό δικό του και όχι για λογαριασμό του λαού. Αυτό το ρήγμα αποτελεί βασική αιτία της αποτυχίας του κράτους και της σημερινής παρακμής του Ελληνισμού. Αυτό το ρήγμα φάνηκε έντονα στον τρόπο που το πολιτικό σύστημα διαχειρίσθηκε την κρίση των Μνημονίων και φαίνεται ακόμη πιο έντονα μετά το έγκλημα των Τεμπών.
Ο Ελληνισμός σήμερα είναι ένας πολυτραυματίας που συνδυάζει διαχρονικές ασθένειες και κακομορφισμένες στρεβλώσεις με πρόσφατα τραύματα, με αποτέλεσμα να περιορίζονται επικίνδυνα τα περιθώρια της ιστορικής του ζωής. Οδεύει προς τον αφανισμό του ως κράτος, ως κοινωνία και ως έθνος. Γιατί όμως αυτή η επιδείνωση τώρα, έπειτα από 200 χρόνια υπάρξεως ελλαδικού κράτους; Για δύο λόγους:
α. η περίφημη Μεταπολίτευση ήταν μία στημένη παγίδα, μία μεταμορφωμένη δικτατορία. Δεν αποκαταστάθηκε η δημοκρατία, αλλά η κομματοκρατία στην πλέον καλυμμένη, οργανωμένη και αλαζονική μορφή της και
β. η πλήρης κατάρρευση του αξιακού μας συστήματος. Η ιδιοτέλεια αναγορεύθηκε σε ύψιστο βαθμό ευφυϊας, η αξιοκρατία καταγγέλθηκε ως «ρετσινιά», η έννοιες πατρίδα και έθνος ως φασισμός και κάθε αναφορά στο παρελθόν ως σκοταδισμός. Έτσι εξαντλήθηκαν τα δημιουργικά πρότυπα του πολιτισμού μας και έμεινε το κενό ενός απαξιωμένου παρόντος με ευθύνη του διεφθαρμένου και εξαρτημένου πολιτικού μας συστήματος.
Ο Ελληνισμός διέρχεται μία βαθειά υπαρξιακή κρίση. Μία υπαρξιακή κρίση δεν μπορεί ναι είναι μόνο πολιτική, είναι γενική. Αν θέλουμε λοιπόν να αντιστρέψουμε την παρακμή μας σε πορεία αναγεννήσεως, θα πρέπει να εφαρμόσουμε μία σαρωτική στρατηγική καθολικού φάσματος. Η πρότασή μας στηρίζεται σε τρεις άξονες:
α. στην ανάγκη της μεγαλύτερης δυνατής ενεργοποιήσεως του ψυχισμού των Ελλήνων. Όσο πιο δυνατή και βαθειά είναι η εντύπωση που προξενεί ένα γεγονός ή ένα μήνυμα στον ψυχικό κόσμο του ‘Ελληνα, τόσο περισσότερο καθίσταται πιθανή η αντίδρασή του. Αυτό εξάλλου απέδειξε περίτρανα το κίνημα των Τεμπών.
β. το τεράστιο εκτόπισμα που διαθέτει το συλλογικό και υψηλό όραμα της
αναγεννήσεως του Ελληνισμού και ειδικά ο σκοπός της ανατροπής του καθεστώτος της κατοχής και της αποικίας που έχει επιβληθεί στην Ελλάδα, απαιτεί μία δόνηση τεκτονικού μεγέθους. Η ύπαρξη του Ελληνισμού εξαρτάται από τον βαθμό συναρτήσεως της με την ύπαρξη του κάθε Έλληνα και
γ. μία σαρωτική στρατηγική του διασφαλίσεως του ελληνικού μέλλοντος πρέπει να έχει ως βάση την υποστασιοποίηση και ενεργοποίηση του Έλληνα ως διαχρονικού και ολοκληρωμένου Ιστορικού Υποκειμένου. Η πληρότητα της ενεργητικότητας (διαθεσιμότητας) του Υποκειμένου εξαρτάται από την σύγκλιση τριών παραγόντων: της σφαιρικότητας του οράματος, της συνειδητοποιήσεως της διαχρονικότητας των σωρευμένων προβλημάτων του Ελληνισμού και της συλλογικότητας της προσπάθειας.
Αποτελεί τραγικό λάθος η προκρούστεια λογική της μετανεωτερικότητας που έχει ενώσει φιλελέδες και αριστερούς κατά του ριζοσπαστισμού, ότι δηλαδή το παρελθόν είναι βαρίδι και γιαυτό θα πρέπει να το απορρίψουμε, για να πάμε στο μέλλον. Ο άνθρωπος δεν είναι σπόρος μιάς χρήσεως, είναι δένδρο με ρίζες και από τις ρίζες αντλεί τους χυμούς του για να παράξει καρπούς. Το ίδιο και τα έθνη. Οι μεταμοντέρνοι Προκρούστες θέλουν να μας αποκόψουν από την ιστορία των αγώνων μας και την αντιστασιακή παράδοση του λαού μας. Από που θα αντλήσει ο Έλληνας αυτοπεποίθηση και πρότυπα για τον νέο τιτάνιο εθνικό και κοινωνικό αγώνα που έχει αρχίσει; Από το ελλαδικό κράτος, τα «πρότυπα» της εξουσίας ή την τηλεόραση;
3. Συμπέρασμα.
Η διαμόρφωση μιάς νέας αντιστασιακής συνειδήσεως και η μακροχρόνια προοπτική του οράματος της ελληνικής αναγεννήσεως προϋποθέτουν την σύνδεση του υπαρξιακού προβλήματος της Ελλάδας με την ατομική ύπαρξη του κάθε Έλληνα και την νοηματοδότηση της ζωής του. Αυτό ο σαρωτικός συλλογικός σκοπός απαιτεί την υποστασιοποίηση ( συνειδητοποίηση και ενεργοποίηση) του ελληνικού Υποκειμένου και στις τρεις διαστάσεις του: του βάθους (ψυχισμός), του ύψους (αυτοπεποιθήσεως και οραματικής καταξιώσεως) και μήκους, που είναι η δυναμική της επιμονής και της αγωνιστικότητας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου